Χθες το απόγευμα, γυρνώντας από τη δουλειά, άκουσα μουσικές να ξεπηδούν από την πλατεία και, χωρίς πολλή σκέψη, ακολούθησα τον ήχο.
Chthes to apogevma, gyrnontas apo ti douleia, akousa mousikes na xepidoun apo tin plateia kai, choris polli skepsi, akolouthisa ton icho.
Είχαν στήσει πανηγύρι της γειτονιάς: λαμπιόνια κρεμασμένα από δέντρο σε δέντρο, πάγκοι με χειροποίητα, και μυρωδιά από σουβλάκια που σου τρύπαγε τη μύτη.
Eichan stisei panigyri tis geitonias: lampionia kremasmena apo dentro se dentro, pagkoi me cheiropoiita, kai myrodia apo souvlakia pou sou trypage ti myti.
Στην είσοδο συνάντησα τον κυρ-Γιάννη, που πάντα ξέρει τα κατατόπια, και μου ψιθύρισε πως η γιορτή γίνεται κάθε χρόνο για τον προστάτη του παλιού ναού.
Stin eisodo synantisa ton kyr-Gianni, pou panta xerei ta katatopia, kai mou psithyrise pos i giorti ginetai kathe chrono gia ton prostati tou paliou naou.
Περπατήσαμε ανάμεσα στον κόσμο, δοκιμάζοντας λουκουμάδες με μέλι θυμαρίσιο, ενώ μια παρέα εθελοντών μοίραζε φυλλάδια για τη λαχειοφόρο.
Perpatisame anamesa ston kosmo, dokimazontas loukoumades me meli thymarisio, eno mia parea ethelonton moiraze fylladia gia ti lacheiophoro.
Στη σκηνή ανέβηκε ένα συγκρότημα που, μπερδεύοντας ρεμπέτικα με νησιώτικους ρυθμούς, κατάφερε να σηκώσει μέχρι και τους πιο ντροπαλούς στον χορό.
Sti skini anevike ena sygkrotima pou, mperdevontas rempetika me nisiotikous rythmous, katafere na sikosei mechri kai tous pio ntropalous ston choro.
Στην αρχή δίστασα, αλλά, βλέποντας παιδιά να σέρνουν τους γονείς τους στον κύκλο, άφησα την τσάντα σε μια καρέκλα και μπήκα κι εγώ.
Stin archi distasa, alla, vlepontas paidia na sernoun tous goneis tous ston kyklo, afisa tin tsanta se mia karekla kai mpika ki ego.
Κάποια στιγμή ήρθε εκείνη η ψιχάλα που προειδοποιούσε όλη μέρα ο καιρός, μα κανείς δεν έφυγε· απλώς στριμωχτήκαμε κάτω από την τέντα και συνεχίσαμε, χειροκροτώντας στο ρυθμό.
Kapoia stigmi irthe ekeini i psichala pou proeidopiouse oli mera o kairos, ma kaneis den efyge; aplos strimochtikame kato apo tin tenta kai synechisame, cheirokrotontas sto rythmo.
Ένας βιολιστής, με μάγουλα κατακόκκινα, κράτησε τη μελωδία ζωντανή, κι ένας λαουτιέρης τον ακολουθούσε, σαν να μιλούσαν κρυφά μεταξύ τους.
Enas violistis, me magoula katakokkina, kratise ti melodia zontani, ki enas laoutieris ton akolouthouse, san na milousan kryfa metaxy tous.
Όταν κόπασε η βροχή, ο παρουσιαστής έκανε την κλήρωση και, προς μεγάλη μου έκπληξη, κέρδισα ένα μικρό βασιλικό σε γλαστράκι.
Otan kopase i vrochi, o parousiastis ekane tin klirosi kai, pros megali mou ekplixi, kerdisa ena mikro vasiliko se glastraki.
Ο κυρ-Γιάννης γέλασε, λέγοντας πως 'το φεστιβάλ πάντα σε στέλνει σπίτι με κάτι', κι εγώ τον πίστεψα, παρότι κολλούσαν ακόμα τα δάχτυλά μου από το μέλι.
O kyr-Giannis gelase, legontas pos 'to festival panta se stelnei spiti me kati', ki ego ton pistepsa, paroti kollousan akoma ta dachtyla mou apo to meli.
Στον δρόμο της επιστροφής, με τα λαμπιόνια να σβήνουν ένα ένα, σκεφτόμουν ότι αυτές οι μικρές τελετές είναι ο τρόπος της πόλης να σου λέει ότι ανήκεις.
Ston dromo tis epistrofis, me ta lampionia na svinoun ena ena, skeftomoun oti autes oi mikres teletes einai o tropos tis polis na sou leei oti anikeis.
Και του χρόνου, είπα μέσα μου, να έρθω νωρίτερα, για να προλάβω και το εργαστήριο κεραμικής που όλοι έλεγαν ότι άξιζε.
Kai tou chronou, eipa mesa mou, na ertho noritera, gia na prolavo kai to ergastirio keramikis pou oloi elegan oti axize.